Ο Έμπορος της Βενετίας - The Merchant of Venice

του Δημήτρη Σαλονικίδη

Το Σάββατο 4 Απριλίου είδαμε την τρίτη κατά σειρά κινηματογραφική μας ταινία. Αυτήν την φορά επρόκειτο για μια κινηματογραφική μεταφορά του γνωστού θεατρικού έργου του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, τον Έμπορο της Βενετίας, σε σκηνοθεσία Michael Radford (2004). Με αφορμή λοιπόν την προβολή της ταινίας θα ήθελα να παραθέσω στην κρίση σας μερικές σκέψεις ή ερωτήματα:

α) ο Σάυλοκ κερδίζει τελικά τη συμπάθειά μας ή όχι; Είναι ο κακός Εβραίος που σκέφτεται μόνο το χρήμα και ζητά εκδίκηση για την συμπεριφορά των άλλων απέναντί του με περισσή σκληρότητα; Ή έχει κάποια ελαφρυντικά η συμπεριφορά του, που σχετίζονται με τον τρόπο που αντιμετώπιζαν οι Χριστιανοί συμπολίτες του τον ίδιο και τους ομοεθνείς του; Είναι τραγική φιγούρα ο Σάυλοκ;

β) το έργο τελειώνει με την αποκάλυψη της φάρσας (την ανάληψη του ρόλου του δικαστή από την γυναίκα του Μπασιάνο). Πρόκειται απλώς για μια φάρσα από αυτές στις οποίες αρέσκεται στις κωμωδίες του ο Σαίξπηρ; Ή μήπως η φάρσα αυτή παίζει κι έναν άλλο ρόλο; Γιατί το έργο δεν τελειώνει με την ετυμηγορία των δικαστών εναντίον του Σάυλοκ; Γιατί δίνεται τόση σημασία στην αποκάλυψη της φάρσας (θα μπορούσε αυτή η αποκάλυψη να γίνει στο τέλος της δίκης και να τελειώσει εκεί το έργο); Σκέφτομαι μήπως η αποκάλυψη της φάρσας φανερώνει ταυτόχρονα και κάτι άλλο: πόσο εύθραυστη μπορεί να αποβεί πολλές φορές η πίστη σε αξίες (π.χ. η συζυγική πίστη) και πόσο σύνθετες είναι τελικά αυτές. Δικαιούνταν ο Μπασιάνο να δώσει στον δικαστή το δαχτυλίδι που υποσχέθηκε στη γυναίκα του ότι θα φορά για πάντα, προκειμένου να σώσει τον φίλο του; Ένας όρκος στη σύζυγο είναι απαραβίαστος ή μπορεί να παραβιαστεί, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ένας άλλος υψηλός σκοπός; Πόσο εύκολο είναι να προσδιορίσουμε την Ηθική; Αλλά και κάτι ακόμη: ο Σαύλοκ, ένας Εβραίος, μπορεί να κατηγορηθεί, διότι εν τέλει δέχθηκε να εγκαταλείψει την πίστη του και να γίνει χριστιανός, προκειμένου να σώσει την περιουσία του. Το κοινό της εποχής θα επιβεβαίωνε τα στερεότυπά του για τους Εβραίους: είναι τόσο παραδόπιστοι, που ακόμη και την πίστη τους πουλάνε, για να σώσουν την περιουσία τους. Ωστόσο οι άλλοι, οι "χριστιανοί", δεν μπορούν να κατηγορηθούν που πούλησαν τη συζυγική τους πίστη και τους όρκους που έδωσαν στην οικογένειά τους; Μήπως  ο Σαίξπηρ μέσω της φάρσας αυτής ουσιαστικά σαρκάζει την "ηθική" των "χριστιανών" της εποχής του, που τελικά είναι τόσο ρευστή και ... προσαρμόσιμη στις ανάγκες και τις περιστάσεις, όσο και εκείνη των Εβραίων; Και μήπως επιλέγει το κωμικό, για να εκφράσει την ιδέα αυτή, για να μην προκαλέσει ευθέως το κοινό του;

γ) το κέρδος και το χρήμα παίζουν κυρίαρχο ρόλο. Διαβάζοντας το έργο μέσα από την οπτική ενός σύγχρονου Έλληνα θα μπορούσαμε μήπως μέσα στο έργο και μέσα στις προβαλλόμενες σχέσεις πιστωτή - δανειζόμενου να δούμε τις σχέσεις της σύγχρονης Ελλάδας με τους δανειστές της; Προσωπικά αισθάνθηκα ότι είναι πολύ δελεαστική αυτή η πολιτική ερμηνεία του έργου. Βλέπετε σε κάθε εποχή το κοινό μπορεί να "αναγνώσει" με διαφορετικό τρόπο ένα έργο και να το προσλάβει διαφορετικά. Η άτεγκτη συμπεριφορά του Σάυλοκ θυμίζει την σκληρή συμπεριφορά των διεθνών δανειστών της Ελλάδας προς αυτήν; Που φτάνουν να ζητήσουν με εμμονή ακόμη και ένα "κομμάτι σάρκας", για να ικανοποιήσουν ένα ένστικτο εκδίκησης για την "ανήθικη" - όπως εκείνοι θεωρούν - στάση της Ελλάδας απέναντί τους στο παρελθόν; Και κατά πόσον είναι θεμιτό να ζητείται ακόμη και η ζωή κάποιου, προκειμένου να εξοφλήσει τα δάνειά του; Είναι υπέρτατη αξία η εξόφληση ενός χρέους;

δ) Ποιος είναι τελικά σκληρός; Ο Σάυλοκ, που επιζητεί με κάθε τρόπο την εξόφληση του χρέους απέναντί του, ακόμη και με τον θάνατο του Αντόνιο, ή και ο Αντόνιο, που ναι μεν χαρίζει "γενναιόδωρα" το χρηματικό πρόστιμο στον Σάυλοκ, αλλά του ζητά κάτι ακόμη βαρύτερο, την αλλαγή πίστης, άρα και ταυτότητας, κάτι που ισοδυναμεί για εκείνον με έναν πνευματικό ή ηθικό θάνατο, εξίσου επώδυνο με τον σωματικό;

ε) Τι θα λέγαμε για το ζήτημα της τυπολατρείας; Η πάση θυσία τήρηση του "γράμματος του νόμου" είναι υπέρτατη αξία; Ποια είναι τα όρια μεταξύ του "τύπου" και της "ουσίας" του νόμου; Μπορεί αυτά τα δύο να έρχονται σε σύγκρουση; Και τι κάνουμε σε αυτήν την περίπτωση;

στ) Σχετικά με την τεχνική του έργου - την οποία θεωρώ απράμιλλη: παρατηρήσατε την μεγάλη ανατροπή στην πλοκή; Άκουσα κάποιους που ψιθύριζαν: "φοβερή ανατροπή"! Πράγματι, ένας άνθρωπος, ένας Εβραίος, νόμισε ότι έστω και για λίγο μπορεί να έχει αυτός το πάνω χέρι, να είναι αυτός τον οποίο θα παρακαλούν οι άλλοι, οι χριστιανοί, να έχει αυτός την εξουσία - αλλά αμέσως τη χάνει και μάλιστα με εκκωφαντικό τρόπο: όχι μόνο δεν θα πάρει την εκδίκηση που ήθελε, αλλά χάνει και την περιουσία του και αναγκάζεται να χάσει και τη θρησκεία του. Ουσιαστικά ο Σάυλοκ ταπεινώνεται και εξευτελίζεται στον απόλυτο βαθμό (προσέξτε τη σκηνή που είναι πεσμένος στο πάτωμα), καταλήγει ένα ηθικό και ψυχολογικό ράκος - αλλά μήπως τότε ακριβώς κερδίζει τη συμπάθειά μας; Κάποιοι από εσάς τον παραλλήλησαν με τον Κρέοντα. Θα ήθελα τις σκέψεις σας πάνω σε αυτό...

Αυτές ήταν οι παρατηρήσεις μου, περιμένω και τις δικές σας (μην σας πτοεί η έκταση του δικού μου σχολίου, είμαι και λίγο φλύαρος στα γραπτά, εσείς γράψτε όσο θέλετε και για όποιο από τα παραπάνω θέματα θέλετε - ή και για κάποια άλλη πτυχή του έργου που εγώ δεν σημείωσα παραπάνω).

Ἀναμένω οὖν τὰς ἀναρτήσεις ὑμῶν...



του Θεοδόση Συκά


Το χρήμα και η επιμονή του Σάιλοκ
Ο Σαίξπηρ, στην αρχή της ταινίας Ο έμπορος της Βενετίας φαίνεται να αποδέχεται το στερεότυπο του φιλάργυρου και άπληστου Εβραίου και να το σκιαγραφεί στο πρόσωπο του Σάιλοκ. Εντούτοις το αναιρεί προς το τέλος της ταινίας: ο Σάιλοκ όχι μόνο δε δέχεται την επιστροφή των χρημάτων του με παράλογα υψηλή προσαύξηση, αλλά επιμένει αδιάλλακτα να τηρηθεί κατά γράμμα η δανειακή σύμβαση και να αφαιρεθεί κομμάτι από το σώμα του δανειολήπτη και για την ακρίβεια από το σώμα του εγγυητή του δανειολήπτη. Ο Σάιλοκ δεν ενδιαφέρεται να λάβει πίσω τα δανεικά προς απορία, ίσως, του θεατή που εύλογα αναμένει από έναν παραδόπιστο Εβραίο έμπορο ότι θα δεχόταν με ικανοποίηση την επιστροφή των χρημάτων του και έτσι να «λυθεί» το δράμα του εγγυητή.    
Το ερώτημα που με απασχολεί είναι τι είναι αυτό που κάνει τον Σάιλοκ ανένδοτο στο να τηρηθεί το γράμμα της συμφωνίας.
Μια πιθανή πρώτη απάντηση είναι ότι σε ψυχολογικό επίπεδο επιθυμεί να νιώσει την άγρια χαρά της εκδίκησης για την ταπείνωση που υπέστη από τον ίδιο τον εγγυητή αλλά και για τη λοιδορία που υπομένει ο εβραϊκός πληθυσμός της Βενετίας λόγω της καταγωγής του και μόνο. Απόλυτα εναρμονισμένος με τον σκληρό εβραϊκό νόμο της ανταπόδοσης διεκδικεί μέχρι τέλους τη σωματική –και μέσω αυτής- και την ψυχική τιμωρία του αναξιόπιστου δανειολήπτη και χαιρέκακα επιζητεί να βλέπει στο πρόσωπό του την κλιμακούμενη αγωνία μέχρι την εκτέλεση της ποινής.
Σε κοινωνικό όμως επίπεδο η δυνατότητα του Σάιλοκ να επιμένει στην εκτέλεση της ποινής είναι το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ο Σαίξπηρ τοποθετεί το έργο του. Πρόκειται για τις νέες δυνατότητες οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων στις οποίες εισάγει την ανθρωπότητα η γενικευμένη χρήση του χρήματος που κατά την περίοδο της Αναγέννησης, στην οποία διαδραματίζεται η ταινία, έχει ήδη αρχίσει να διευρύνεται. Στις μη εγχρήματες κοινωνίες, στις κοινωνίες του αντιπραγματισμού, η αγοραπωλησία με πίστωση και η λήψη δανείου ήταν περιορισμένες διότι χρήμα και εμπόρευμα, μέσο ανταλλαγής και ανταλλασσόμενο προϊόν ενσωματώνονται στο ίδιο υλικό αγαθό, είναι δηλαδή ένα και το αυτό. Οι ιδιότητες του εμπορεύματος ως χρήμα περιορίζονται από τις ίδιες τις φυσικές του ιδιότητες (π.χ. φθορά, αδιαιρετότητα). Η κατανάλωση έχει άμεση αντιστοιχία προς την παραγωγή και επομένως η δυνατότητα να ικανοποιώ τις επιθυμίες μου είναι συνυφασμένη με την ικανότητά μου να παράγω. Το φαίνεσθαι που υφαίνεται από την κτήση των υλικών αγαθών δεν έχει ακόμη αποκοπεί από το είναι που εν προκειμένω συνίσταται στην –υπό την ευρεία έννοια- φυσική ή πνευματική μου παραγωγική ικανότητα. Και επειδή η έλλειψη χρήματος στην σημερινή πλήρως παραστατική του μορφή δε μου επιτρέπει να καταναλώνω σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό εμπορευμάτων από αυτά που παράγω η οικονομική σχέση ανταλλαγής είναι τις περισσότερες φορές έντονα προσωπική: γνωρίζω τον συναλλασσόμενο και τον κρίνω από το είναι του στο οποίο μπορώ και έχω πρόσβαση. Η δε αξιοπιστία της συναλλαγής προσδιορίζεται από την προσωπική μας γνωριμία, δηλαδή από το ηθικό βάρος των συναλλασσομένων.
Με την γενικευμένη χρήση του χρήματος και την επέκταση του καταμερισμού της εργασίας παράγω ένα ή μέρος ενός προϊόντος και καταναλώνω χιλιάδες άλλα στην παραγωγή των οποίων δε συμμετέχω. Οι σχέσεις συναλλαγής χάνουν τον προσωπικό τους χαρακτήρα και οι συμβαλλόμενοι δεν εμπλέκονται ως πρόσωπα, δηλαδή ως φορείς που νοηματοδοτούν από κοινού το περιεχόμενο της συναλλαγής, αλλά ως γυμνοί κοινωνικοί ρόλοι: αγοραστής-πωλητής, παραγωγός-καταναλωτής, πιστωτής-δανειολήπτης. Η αποπροσωποποίηση των κοινωνικών σχέσεων που καθιερώνει η χρήση του χρήματος είναι που επιτρέπει στον Σάιλοκ να επιμένει στην εφαρμογή της απάνθρωπης ρήτρας. Στη δανειακή σύμβαση που συνάπτεται δεν έχει σημασία ο Σάιλοκ που είναι έμπορος, αλλά ο έμπορος που τυχαίνει να λέγεται Σάιλοκ. Βέβαια, η στενή οικονομίστικη λογική αντιλέγει ότι ο δανεισμός είναι στοιχείο ανάπτυξης. Σαφέστατα, αλλά ταυτόχρονα υψώνει τις διαδικασίες πάνω από τα πρόσωπα. Εξάλλου, με τη χρήση του χρήματος οι εμπλεκόμενοι σε μια εμπορική συναλλαγή δε χρειάζεται να γνωρίζονται μεταξύ τους. Έτσι, το μόνο κριτήριο που απομένει για να σκιαγραφήσω την προσωπικότητα αυτού που δε γνωρίζω είναι όχι το είναι του αλλά το έχειν του, τα υλικά του αγαθά, δηλαδή το φαίνεσθαι που ντύνει το είναι. Στις εγχρήματες οικονομίες το ενδιαφέρον για τις ιδιότητες του ανθρώπου (επάγγελμα, οικονομική κατάσταση, εκπαιδευτικό επίπεδο) προηγείται αυτού για τον ίδιο τον άνθρωπο. Με τον τρόπο αυτό το φαίνεσθαι παίρνει κεφάλι και πληθαίνουν οι έμποροί του κόσμου που τυχαίνει να λέγονται Σάιλοκ.
Ποια, όμως, είναι η λύση; Η επιστροφή στις κοινωνίες του αντιπραγματισμού;  Αναμφίβολα όχι, το χρήμα είναι αδιαπραγμάτευτος συντελεστής στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων. Το καίριο ζήτημα είναι ότι οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί που επέφερε, μεταξύ άλλων, η χρήση του χρήματος ανέδειξαν την ασύμπτωτη πορεία μεταξύ της υλικής ανάπτυξης, ορισμένων τουλάχιστον, κοινωνιών και της ηθικής τους ανάπτυξης, με την έννοια της δυνατότητας των ανθρώπων να προσδιορίζουν το νόημα και τον σκοπό της ύπαρξής τους. Η υπερτροφία τους σε όρους υλικής ανάπτυξης συνοδεύτηκε από καχεξία σε όρους ηθικής ανάπτυξης. Το χρήμα, με τους συμβολισμούς και τις συνδηλώσεις του είναι ίσως το μόνο μέσο που προδιαγράφει τόσο απόλυτα σκοπούς. Η εκλέπτυνση των οικονομικών μας σχέσεων δε βρήκε το ανάλογό της στο επίπεδο της ανιδιοτελούς διαπροσωπικής επαφής. Οι δύο αυτοί –ας μου επιτραπεί- εαυτοί των κοινωνιών, ο υλικός και ο ηθικός είναι δύο δρομείς που τρέχουν σε παράλληλες τροχιές και η ύπαρξη του ενός είναι οργανικά δεμένη με την ύπαρξη του άλλου, η ανάσα του ενός είναι το οξυγόνο του άλλου και την κούραση του ενός μετριάζει η αντοχή του άλλου. Στον αγώνα αυτόν, αν τερματίσει μόνο ο ένας δεν τερματίζει κανένας.  
  
   
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου